Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνος Μπούρας -7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ


Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 33 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Είναι δάσκαλος τού ρέικι και εισηγητής μιας καινούργιας μεθόδου αρχαιολογικού ρέικι με τίτλο «Αφθονία Μπουρέικ - Bhureik Abundance» (κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Momentum).

Τα επτά ποιήματα τού Κωνσταντίνου Μπούρα που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στον τόμο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γρηγόρη με τίτλο ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ.

Ἀποτροπαϊκὸν

Ὁμοιώματα κορακιῶν στὸ μπαλκόνι
Ἀποδιώχνουν τὰ περιστέρια.
Μὰ πῶς μποροῦν νὰ ζοῦν οἱ γειτόνοι
Μέσα σὲ τόση μαυρίλα;

Θλίψη

Ἡ θλίψη εἶναι δύναμη,
Ἕνα ἐλατήριο ποὺ γυρίζει
Τὰ μέσα-ἔξω.
Ὅπως καὶ πάνω ἔτσι καὶ κάτω.
Συννεφιὰ σήμερα.
Ὁ δίδυμος γιὸς
Κι ἀδελφὸς τοῦ Οἰδίποδα
Λυσσομανάει κατὰ τοῦ ὁμογάλακτου…
Τὴν Ἰοκάστη κανεὶς δὲν τὴν προσβάλλει.
Εἶναι ἡ Γῆ, ἕρμαιο
Στὶς ἰδιοτροπίες τ’ Οὐρανοῦ.
Ξέρει μόνο νὰ ὑπομένει.
Κι ὅταν δὲν μπορεῖ πιά,
Φεύγει
Αὐτὸ εἶν’ ὅλο. Τόσο ἁπλό.
Ἀναχώρηση.
Γιὰ ἄλλους Μεσημβρινούς.
Μὲ τὴ θλίψη γιὰ σημαία.
Καὶ τὸ φῶς μουντὸ
Μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
Τὴν ἀρρώστεια τῆς ὕπαρξης, πῶς νὰ τὴ γιατρέψεις;
Μὲ ὀρτανσίες καὶ βεγγαλικὰ
Αὐγὰ δὲν βάφονται


Πάπυρος

Πάνω στὰ φύλλα τοῦ παπύρου
Γράφτηκαν ἀριστουργήματα
Αἰώνων
Γιὰ τὴν ἀέναη πάλη
Τοῦ ἀνθρώπου
Μὲ τὸ Σκότος καὶ τὸ Θάνατο.
Τὴν Ἄγνοια πολέμησαν
Φωτεινοὶ νόες
Μὲ ὅπλο μοναδικὸ
Τὴν ἐπιθυμία ν’ ἀφήσουν
Κάτι πίσω τους.
Συνήθως μιὰ ἀράδα,
Μιὰ σελίδα,
Ἕνα σπάραγμα.
Ταλαίπωρα ὄντα οἱ ἄνθρωποι.
Ἀξιοθαύμαστα ἀκαταπόνητα,
Ἡρωικά,
Ἀπεγνωσμένα.
Σὰν τὶς μέλισσες

Θάνατος

Τὸ φύλλο τὸ ξερὸ
Ποὺ νοσταλγεῖ τὴ φλόγα.
Ὁ εὐκάλυπτος
Ποὺ ἀλλάζει πουκάμισο
Κάθε ποὺ τὰ μυρμήγκια
Ἁλωνίζουν τὶς φλέβες του.
Τὸ κορμὶ ποὺ ἀνατριχιάζει
Ἀπὸ τὸ χάιδεμα τοῦ ἐρωτευμένου.
Ἡ ξιφασκία
Ποὺ ὅσο κι ἂν πασχίζεις
Δὲν μοιάζει μὲ τὴ δική σου.
Τὰ νιάτα
Ποὺ φύγανε τρέχοντας
Κι ἀφήσανε
Μιὰ πίκρα δροσιᾶς
Στὸν οὐρανίσκο.
Ὁ θάνατος,
Ἕνα κενὸ πρὶν ἀπὸ δυὸ τελεῖες.

Τὸ νησάκι τῆς Κίρκης

Κανεὶς δὲν κατάλαβε
Ποτὲ τὸν Ὀδυσσέα.
Μήτε ἡ Πηνελόπη
Μήτε κι ἡ Κίρκη, βεβαίως.
Φυγή: τὸ ὄνειρό του.
Σ’ ἄλλους τόπους
Σ’ ἄλλα μέρη,
Μέχρι νὰ κορεστεῖ
Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀγωνία,
Μέχρι νὰ πλημμυρίσει
Τὴν κώχη τοῦ ματιοῦ ἁλμύρα.
Μετά, βεβαίως, προέχει
Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν Ἰθάκη,
Τὸ γηροκομιὸ ἀπὸ ἔμπειρα χέρια
Ποὺ ἔχουν ξεμάθει
Πρὸ πολλοῦ
Ν’ ἀλλάζουν πάνες
Καὶ νὰ σαβανώνουν.
Τὸ κουρασμένο κορμὶ τοῦ Ὀδυσσέα
Θὰ δεχθεῖ τὰ τελευταῖα χάδια
Πρὶν ἀφεθεῖ στὴ μάννα Γῆ
Νὰ τὸν θηλάσει
Μὲ τὰ σκουλήκια της τὰ ζωοτρόφα.
Μέχρι τότε ὅμως,
Ἐπιμονὴ καὶ περιπλάνηση.

Κατάδυση

Τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄλλοι κάνουν βουτιὲς
Σ’ ἀμμουδερὲς παραλίες
Ἀνάμεσα σὲ κόκκους καρπουζιοῦ
Καὶ χρησιμοποιημένα προφυλακτικὰ
Ἐσὺ καταδύεσαι στὰ ἄδυτα τοῦ ἐαυτοῦ σου,
Κλειδαμπαρωμένα τὰ κελάρια,
Σφραγισμένα τὰ μυστικὰ
Στὶς παλιὲς κασέλες,
Σκουριασμένα τὰ κλειδιά.
Δὲν γνωρίζουμε ποτὲ τίποτα λοιπόν;
Σὰν τὶς ἀρκοῦδες γυρίζουμε
Ἀπέλπιδες στὸ κορμί μας
Παρακολουθώντας τὸν ἥλιο
Ν’ ἀνατέλλει καὶ δύει,
Παρατηροῦμε ἐνίοτε τὴν πανσέληνο
Τοῦ Αὐγούστου, ὄχι ἀπὸ ἀληθινὴ ἐπιθυμία
Ν’ ἀπογειωθοῦμε, ἀλλὰ γιὰ τὴ μόδα,
Ἐπειδὴ ἔτσι κάνουν ὅλοι,
Οἱ ἐκλείψεις ἡλίου δὲν μᾶς ἀφήνουν
Ἀδιάφορους ἐπίσης. Μᾶς τρομάζουν.
Τρῶμε τὸ βραδινό μας μέρα μεσημέρι
Καὶ γέρνουμε στὸ γνωστὸ πλευρό.
Λίγη ὥρα μετὰ ξυπνᾶμε,
Τρῶμε πρωινό, τανυζόμεθα,
Γυρνᾶμε στὸ ἄλλο πλευρὸ
Καὶ ξεκλέβουμε ἀκόμα μία ὥρα ὕπνο
Ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, τὸν πραγματικό,
Ποῦ ἀσφυκτιὰ κι ἀγωνιᾷ
Γιὰ τὴν ἐπαύριον, ἐνῷ κατὰ βάθος ξέρουμε
Ὅτι ὅλα εἶναι τακτοποιημένα:
Καὶ τὰ σάβανα στὸ κασόνι
Καὶ ἡ ἡμερομηνία θανάτου μας.
Τὸ ἀγγελτήριο εἶναι ἤδη τυπωμένο.
Μόνο ἐμεῖς δὲν τὸ ξέρουμε,
Κάνουμε πὼς δὲν τὸν θυμόμαστε.
Κάποιες φορές, κάποιος τρελαίνεται
Λυγίζει μὲ ὑπεράνθρωπη δύναμη
Τὸ ἀτσάλι στὰ σιδερόφρακτα κελιά μας
Κι ἀποδρᾷ, χύνεται μέσα στὰ δάση,
Κυλιέται στὸ πράσινο,
Χορεύει μὲ τὰ δελφίνια στὸ κῦμα τ’ ἁλμυρό,
Ὅμως στὸ τέλος ἐπιβιώνει
Ἔξω ἀπὸ τὸν λαβύρινθο
Τοῦ συνήθως σκεπτομένου ἀνθρώπου.
Ἔχω καιρὸ νὰ δῶ τὴ θάλασσα.
Δουλεύω. Ὑποχρεώσεις. Δάνεια. Ἔγνοιες.
Ἡ φροντίδα τῶν ἄλλ ων. Κι ὁ ἐαυτὸς σπαρταράει.
Χώρα κρυπτικὴ τοῦ ἀληθινοῦ Φωτός.

Πανσέληνος στὸν Ὑμηττὸ

Διάλογος σὲ ἐδωδιμοπωλεῖον:
–Ἔχει πανσέληνο ἀπόψε. Μὲ ἐπηρεάζει.
Εἶμαι Παρθένος.
–Ἐμένα γι’ αὐτὸ δὲν μὲ ἐπηρεάζει.
Ξεκαθαρίζουμε λογαριασμούς, ξεσκονίζουμε τὸ ἐκ-
κρεμὲς στὸ παλιὸ ρολόι μὲ τὸν κοῦκο, τακτοποιοῦμε
ὑποθέσεις, ἀναθεωροῦμε συμβάσεις, καῖμε ἐρωτικὲς
ἐπιστολές, διαρρηγνύουμε τὰ ἱμάτιά μας, διανοίγουμε
τὴ διώρυγα τῆς Κορίνθου, ὁμολογοῦμε ἐγκλήματα
ποὺ δὲν διαπράξαμε, ἐξομολογούμεθα ἁμαρτίες ποὺ
δὲν κάναμε, σφάλματα ἄλλων ποὺ ὑπέπεσαν στὴν
ἀντίληψή μας τὰ ἐνστερνιζόμεθα, υἱοθετοῦμε συ-
μπεριφορὲς τοῦ συρμοῦ, χαρακτηρίζουμε τὸ ἀχα-
ρακτήριστο, κρίνουμε γιὰ νὰ κριθοῦμε, μαρτυροῦμε
γιὰ νὰ μὴν καταθέσουμε, φυλακίζουμε τὸν ἑαυτό μας
σὲ φυλακὴ ἀνήλιαγη ποὺ δὲν μᾶς ἀξίζει καὶ κανεὶς
στὸν κόσμο δὲν θὰ μᾶς καταδίκαζε ποτὲ νὰ ζήσου-
με ἐκεῖ, περπατᾶμε στὸ δρόμο σὰ νὰ τὸν χαράζουν
μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὰ βήματά μας, παραληροῦμε
σωπαίνοντας καὶ μιλᾶμε ἄνευ λόγου, χωρίζουμε ἀπὸ
σχέσεις ποὺ δὲν εἴχαμε καὶ καταστρέφουμε λουλούδια
ποὺ δὲν σπείραμε μόνο καὶ μόνον ἀπὸ τὸ ἄγχος ὅτι θὰ
τὰ ξεχάσουμε ἀπότιστα καὶ θὰ ξεραθοῦν, ἀφουγκρα-
ζόμαστε μουσικὲς ποὺ δὲν γράφτηκαν καὶ γελᾶμε μὲ
ἀνέκδοτα ποὺ δὲν ἔχουμε ἀκόμα εἰπωθεῖ, φτύνουμε
τὰ κελύφη φανταστικῶν ἡλιόσπορων καί…
Ζωγραφίζουμε τὰ οὐράνια ἀπὸ μνήμης, νοσταλγοῦ-
με τὸν παράδεισο γιατί ἐνυπάρχει στὰ κύτταρά μας,
ἀκοῦμε φωνὲς ποὺ ἤχησαν κάποτε στ’ αὐτιά μας σὲ
μιὰν ἄλλη ζωή, καλομοιρασμένη ἀνάμεσα στὸ Φῶς
καὶ στὸ Σκοτάδι, σιγοψιθυρίζουμε στὸ ἁρμόνιο τοῦ
Σύμπαντος μόνο μία νότα – τί λέω; – ἕνα σπάραγμα
νότας, κλάσμα κλάσματος τοῦ δευτερολέπτου στὴν
ἀπελπισμένη οἰμωγὴ ποὺ διαρκεῖ περισσότερο ἀπὸ τὴ
ζωή μας καί…
Ἔλα νὰ σὲ φιλήσω, δός μου τὸ κορμί σου νὰ τὸ ἀγκα-
λιάσω, ἔλα νὰ ἀγαπηθοῦμε γιὰ στερνὴ φορὰ πρὶν σὲ
κομματιάσω, πρίν…
Σὲ ξεσκίσω ἀπὸ νοσταλγία τοῦ αἰώνιου. Ὀθέλλος.
(ὡς ἔφηβος γράφω, ὡς γέρος ὁμιλῶ: ὁ κριτικὸς ὁ
ἀναγνώστης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου