Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Η Κυριακή (Κούλα) Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια το 1953. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήρε μεταπτυχιακό στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011). Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων «Έκφραση/Έκθεση», που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο. Εργάζεται ερευνητικά σε θέματα που αφορούν τη διδασκαλία της γλώσσας και την αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας των μαθητών. Αφηγήματα και κριτικά σημειώματά της για σύγχρονους λογοτέχνες έχουν δημοσιευτεί σε γνωστά περιοδικά. Εξέδωσε εφτά ποιητικές συλλογές. Επίσης, μία συλλογή διηγημάτων, Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, εκδόσεις Ταξιδευτής 2012.


ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ

Α, ρε Οδυσσέα,
αυτό κι αν με τρελαίνει:
είκοσι χρόνια σε περίμενα
και τώρα που χρειάστηκε να λείψω για δουλειές
ούτε ένα βράδυ δεν μπορείς να περιμένεις…
***
Καλέ μου Οδυσσέα,
αδυνατώ να καταλάβω.
Τι σου ζητώ, ένα χάδι, ένα χαμόγελο.
Πρέπει να ’ρθουν τα πάνω κάτω,
για να μου δείχνεις αφοσίωση;
***
Θα ’ρθεις πάλι για έρωτα.
Θα παραληρεί το γιασεμί
θα ξεσαλώνουνε τα μικροπούλια.
Δε θα μπορέσω να ανταποκριθώ.
Θα ’χω πληγές.
Σου το ’χω πει, δε θέλεις να τ’ ακούσεις:
Σαν μένω μόνη μου
ματώνει η μνήμη.


ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ

Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
έφυγαν όλοι οι μνηστήρες,
άλλους τούς τέλεψες και κάποιοι λάκισαν.
Ούτε ένας, να κολακευόμουν έστω.

Δώδεκα χρόνια έγλειφες τις γόβες της –
κοντή κι αλογομούρα.
Στο μεταξύ μεγάλωσα,
σαν μεταλλάχθηκα,
κάθισε η περιφέρεια,
γιάγμα η κορμοστασιά μου.

Γυρνάς και θέλεις γούστα.
Κι εγώ η μεταλλαγμένη υποχωρώ,
σχεδόν χρωστώ και χάρη.
Να ’χα έναν αληθοφανή μνηστήρα, να σε τιμωρήσω.

Επιλογή: Delete
###
Αντιστύλι μου,
λείπεις πάλι.
Πανσέληνος ήδη,
μ’ ένα μικρό κομμάτι φαγωμένο πρώτη νύχτα.

Βρομάει εδώ.
Βρομούν οι λέξεις, τα χνώτα βρομούν, η μοναξιά βρομάει.
Τρελαίνομαι, βγαίνω στους δρόμους.

Σαθρή ισορροπία. Μια λέξη να αφαιρέσεις
καταρρέει πλήρως. Μια λέξη είναι πράξη, λένε.
Αντιστύλι μου, εσύ κρατάς τις φοβερές μου λέξεις.
Λείπεις, κι η ανασφάλειά μου προκλητικά παλατζέρνει.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Σου το ’πα
μην αλλάξεις την εξώπορτα τη δίφυλλη
με το μεγάλο οριζόντιο τζάμι επάνω.
Αλλιώς, πώς θα μπαίνει ο ήλιος
να μου μαντατεύει τη μικρή ζωή σου.
Πώς θα ’ρχεται η θάλασσα
να φέρνει χαιρετίσματα, φιλιά μπλεγμένα φύκια.

ΣΤΗΝ ΞΕΡΑ

Ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού.

Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός πάρκινγκ της Εθνικής.

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΦΥΓΗ

Ξύπνησα με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια
κι ούτε που ξέρω να το ζωντανέψω.

Τσακισμένοι πάγκοι
θρυμματισμένη πραμάτεια
σκόρπια γυαλιά
λεπτοδείχτες που δείχνουν έναν άλλο χρόνο...

Με την πλάτη στημένη στον τοίχο, χωρίς διαφυγή,
επιμένω να κρατώ τη δυσβάσταχτη αγάπη.

...πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια...

Σφίγγω στο χέρι μου μια μωβ χάντρα, που βρήκα
      ζωντανή σε μια γωνιά.


ΘΕΛΕΙ ΔΕ ΘΕΛΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχτηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δυο και σε υποδέχομαι.
Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.
***
Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σε είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.
Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

ΡΑΓΙΣΜΑ
Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά μαλλιά  της.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε , γελούσε παράξενα
κι όταν του είπαν «πάλι κλαίει»
δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

ΔΙΚΛΕΙΔΑ 

Πού την άφησες, μου είπαν, αυτή τη σκέψη σου εκεί έξω, 
τώρα δεν έχεις μυστικά. 
Τα ματοτσίνορά μου έπεσαν και τα μάτια μου 
έμειναν ανοιχτά σαν πλαστικής κούκλας. 
Ένιωσα περίπου σαν φλασάκι, πεσμένο σε πίσω κάθισμα ταξί. 
Σε λίγες μέρες 
είδα τους συλλογισμούς μου να ξεπουλιούνται στο παζάρι. 
Δεν έμενε παρά να με διαπομπέψουν και να με ξευτελίσουν. 
Αν δεν αυτοχειριάστηκα 
οφείλεται στο ότι στο αρχείο που φύλαγα προσεχτικά 
στο πίσω μέρος του κρανίου μου 
βρήκα μια ξεχασμένη δικλείδα ασφαλείας 
και δραπέτευσα, 
άρδην ανατρέποντας τον παραλογισμό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου