Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο (Jose Antonio Moreno Jurado), Στο τέλος του δρόμου (Al final de la calle)


      
       Ο Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο, ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής της βυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης στα ισπανικά, γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1946 και είναι σήμερα ο σημαντικότερος νεοελληνιστής στη Ισπανία. Ζει στη Σεβίλλη, όπου και δίδαξε νεοελληνική και βυζαντινή λογοτεχνία στο ομώνυμο πανεπιστήμιο για πέντε χρόνια. Μεταφραστής και δεινός μελετητής του έργου των Ο. Ελύτη και Γ. Σεφέρη, δημοσίευσε πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές και λογοτεχνικά βιβλία, καθώς και μελέτες και δοκίμια για την νεοελληνική ποίηση και λογοτεχνία. Βραβευμένος ποιητής στην Ισπανία και τιμημένος στην Ελλάδα, δημοσίευσε μια ογκώδη ανθολογία της νεοελληνικής ποίησης στα ισπανικά, ανθολογώντας ποιητές από την προσολωμική περίοδο μέχρι και τη γενιά του ’80. Αυτή την περίοδο ετοιμάζει μια ανθολογία στα ισπανικά των σημαντικότερων ποιημάτων του Τάκη Σινόπουλου που θα δημοσιευτεί στη Ισπανία το 2018. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ποίησης και ποιητικής Ερατώ των Εκδόσεων ΡΩΜΗ, για το οποίο μέχρι τώρα έχει μεταφράσει έργα διαφόρων ποιητών των γενεών του ’70, του ’80, καθώς επίσης και πρωτοεμφανιζόμενους νέους ποιητές μετά το 2000. Η ποίησή του εμπνέεται όχι μόνο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, αλλά και από την δημοτική και λόγια βυζαντινή, μεταβυζαντινή και νεοελληνική παράδοση, με εμφανείς τις επιδράσεις από την πόιηση και την ποιητική των μεγάλων μας ποιητών, Κωνσταντίνου Καβάφη, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη κλπ. Το δοκιμιακό και μεταφραστικό του έργο διατρέχει στοχαστικά την αρχαιοελληνική, βυζαντινή και νεοελληνική μας παράδοση και είναι τόσο εκτεταμένο και σημαντικό, ώστε δικαίως να τον χαρακτηρίζει ως τον κύριο εν ζωή πρεσβευτή των ελληνικών γραμμάτων στον ισπανόφωνο κόσμο.
   Η παρούσα έκδοση ανθολογεί κυρίως ποιήματά του που έχουν σχέση με την Ελλάδα. Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης, Άννα Στεργίου, Σταύρος Γκιργκένης, Τάσος Πασαλής. Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη, 2018.

       José Antonio Moreno Jurado, nacido en Sevilla en 1946, Doctor en Filología Clásica, ha sido durante veinte años Catedrático de Enseñanza Secundaria y ha impartido clases en el Departamento de Griego de la Universidad de Sevilla durante cinco años consecutivos como profesor asociado. En 1973 se le concedió el Premio Adonáis de Poesía por su obra Ditirambos para mi propia burla y, en 1985, el Premio Internacional de Poesía Juan Ramón Jiménez por su libro Bajar a la memoria. Su tesina de licenciatura, el primer trabajo sobre Literatura Neohelénica realizado en la Universidad de Sevilla, versó sobre la figura de Odysseas Elitys (Οδυσσέας Ελύτης) y su tesis doctoral se realizó en torno a Yorgos Seferis (Γιώργος Σεφέρης), "Evocación clásica en la obra de Yorgos Seferis". En la misma Universidad, impartió cursos de doctorado sobre la novela de caballería bizantina.
     Traducción: Stelios Karayanis, Ana Steryíou, Stavros Guirguenis, Tasos Pasalís. Ediciones Roma Tesalónica, 2018.

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Clark Ashton Smith, 5 ποιήματα (5 poems)


[Aπό τόμο ποιημάτων του Smith που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στις Εκδόσεις Ρώμη] 

(Mετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης)
(Translation: Stavros Girgenis)

ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Για μένα, που γνωρίζω μόνο
τη γνώση των αισθήσεων την αμφίβολη,
είναι η ψυχή σου πάντα
μυστηριώδης όσο κι η δική μου.

Με τα αυτιά επιχειρώ ν' ακούσω
ένα τραγούδι που δεν είναι ήχος,
με τα μάτια να διαπεράσω το όριο
αόρατων κι αγαπητών πραγμάτων.

Αλλά με απολαυστικούς
τρόπους σκοτεινούς, με λόγια δίχως λέξεις,
κρούουνε οι καρδιές μας, η μια στην άλλη,
την ιστορία που να την πούμε δεν μπορούμε.

Η σάρκα πάνω στη σάρκα
αρθρώνει υπέροχα
την επιθυμία και την έκσταση
μέσα απ’ όλο το λεπτό της πλέγμα.

Σε μια γρήγορη ματιά, ή μέσα
στην κλειστή και δίχως μάτια νύχτα,
σαν φως που συναντιέται με το φως,
η ψυχή μου φάνηκε να κατακτά

μια πλήρη κοινωνία με την δική σου,
βρήκε τη λήθη τη βαθιά
που δεν είναι θάνατος ούτε ύπνος
αλλά πληρέστερη ζωή και θεία.

MYSTERY

To me, who have but known
The senses' doubtful lore,
Thy soul is evermore
Mysterious as mine own.

With ears I strive to hear
A song that is not sound,
With eyes, to pierce the bound
Of things unseen and dear.

But in delectable
Dark ways, and wordless speech,
Our hearts throb each to each
The tale we cannot tell.

The flesh unto the flesh
Utters deliciously
Desire and ecstasy
Through all its subtle mesh.

In a swift glance, or in
The close and eyeless night,
As light that meets with light,
My soul has seemed to win

Communion clear with thine,
Has found the oblivion deep
Which is not death nor sleep
But ampler life divine.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΘΕΣ

Στις μέρες τις αγαπημένες που μόνοι μοιραστήκαμε,
Λήδα, πέρα από τα φεγγάρια και τα μίλια,
του πόθου μου ο κύκνος έχει πετάξει.

Και πάλι στέκεις, όπως κάποτε στάθηκες,
γυμνή, με φλογισμένα τα μαλλιά απ’ τον ήλιο,
μπροστά απ' το σκοτεινό το δάσος το ελληνικό

που απλώνεται πλάι στη γαλήνια θάλασσα:
κι όλη η καρδιά μου γίνεται αγάπη,
και η αγάπη τις φλέβες μου πληροί.

Καμία Σύριγγα δεν δραπετεύει, ούτε και Σάτυρος αναπηδά
απ’ τις ακίνητες βελανιδιές, τις ζοφερές τις όχθες:
εντός μας σπεύδει η αρχαία τους έκσταση,

σαρώνοντας τον κόσμο πέρα ως πέρα, φέρνοντας
άλλη μια φορά την πολυάνθεμη αρχή
μετά από μια εποχή πραγμάτων δίχως άνθη.

Στις μέρες τις αγαπημένες που μόνοι μοιραστήκαμε,
Λήδα, πέρα από τα φεγγάρια και τα μίλια,
του πόθου μου ο κύκνος έχει πετάξει.


GRECIAN YESTERDAY

To the loved days we shared alone,
Leda, beyond the moons and miles
The swan of my desire has flown.

Again you stand, as once you stood,
Naked, with sun-ignited hair,
Before the dark Hellenic wood

That hangs beside that halcyon sea:
And all my heart is turned to love,
And love fulfills the veins of me.

No Syrinx flees, no satyr sallies
From the still oaks and brooding bays:
In us their ancient rapture rallies

That sweeps away the world, and brings
Once more the many-flowered prime
After an age of flowerless things.

To the loved days we shared alone,
Leda, beyond the moons and miles
The swan of my desire has flown.



ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ

Της ασημένιας νύχτας η σιωπή
στέκει ορατή πάνω στα πεύκα.
Στο μάρμαρο φεγγάρι γέρνει ημερωμένο
εκεί που τα φασματικά βουνά ονειρεύονται στο φως.

Χλωμές σαν από αιώνιο ύπνο
κοιλάδες μακρινές που έχουν μαγευτεί, παράξενες,
ανάλλαχτες εκτείνονται για πάντα  
κάτω από τη βαθιά της λάμψης την καλύπτρα.

Από χαλύβδινη σμιλεμένο πέτρα σκαλιστή,
ένα αυστηρό και δίχως φύλλα δέντρο φθινοπώρου
με τις σκιές του από έβενο φτιαγμένες
γέρνει μονάχο στον αγρό που στο φεγγάρι είναι στραμμένος.


WINTER MOONLIGHT

The silence of the silver night
Lies visibly upon the pines;
In marble tame the moon declines
Where spectral mountains dream in light.

And pale as with eternal sleep
The enchanted valleys, far and strange,
Extend for ever without change
Beneath the veiling splendors deep.

Carven of steel or fretted stone,
One stark and leafless autumn tree
With shadows made of ebony
Leans on the moon-ward field alone.


ΚΑΤΟΠΙΝ

Υπάρχει μια σιωπή στον κόσμο
από τότε που είπαμε αντίο.
Και μια ομορφιά με ξένη γλώσσα
μια ξένη ιστορία θα ’λεγε.

Υπάρχει μια σιωπή στον κόσμο,
που δεν είναι ειρήνη, ούτε ησυχία.
Πάντα πασχίζω να ξεφύγω από εκεί
και να βαδίσω το δρόμο των θορύβων.

Μα σαν ακούω να βοά η μουσική
σε αίθουσες γεμάτες γέλια,
ένας άλαλος δαίμονας με πάει μπροστά,
κι η σιωπή ακολουθεί από πίσω.


AFTERWARDS

There is a silence in the world
Since we have said farewell;
And beauty with an alien speech
An alien tale would tell.

There is a silence in the world,
Which is not peace nor quiet:
Ever I seek to flee therefrom,
And walk the ways of riot.

But when I hear the music moan
In rooms of thronging laughter,
A tongueless demon drives me forth,
And silence follows after.



ΑΡΑΒΟΥΡΓΗΜΑ

Καθώς αραβουργήματα από έβενο,
τα κυπαρίσσια, με τη σιλουέτα τους,
με τρόπο φανταστικό σχίζουν και διαβρώνουν
ένα φεγγάρι από κίτρινο ελεφαντόδοντο.

Σαν τις λυχνίες τις ανατολίτικες οι ακτίνες καταυγάζουν
ένα φυλλώδες μοτίβο με πολλές πτυχές
κι όλος ο κάμπος πέρα ως πέρα καλύπτεται
με μια περίεργα σχηματισμένη σκοτεινιά.

Καθώς αραβουργήματα από έβενο,
ή σαν αραβικά συμπλέγματα,
για πάντα φαίνονται τα κυπαρίσσια,
μπρος σ’ ένα φεγγάρι από ελεφαντόδοντο.


ARABESQUE

Like arabesques of ebony,
The cypresses, in silhouette,
Fantastically cleave and fret
A moon of yellow ivory.

Like orient lamps the rays illume
A leafy pattern manifold,
And all the field is overscrolled
With curiously figured gloom.

Like arabesques of ebony,
Or like Arabian lattices,
For ever seem the cypresses,
Before a moon of ivory.

Homero Aridjis -5 ποιήματα (5 poemas)


[Από προσεχή έκδοση τόμου ποιημάτων του στη σειρά του περιοδικού Ερατώ]

(Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης)
 (Τraducción: Stavros Guirguenis)

Ο ΓΕΡΟΣ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΕΙ

Ο γέρος πριν κοιμηθεί αριθμεί τους φίλους του και
συχνά τη νύχτα ξυπνά φοβισμένος στη σκέψη ότι ακόμη ένας του λείπει
και υπάρχουν πρωινά που πραγματικά του λείπει ακόμη ένας
και νιώθει πιο συρρικνωμένος και πιο μοναχικός
και στο πρόσωπο ή στο πράγμα που βλέπει λέει αντίο με τα μάτια του
Εκεί στην καρέκλα του περνάει τις μέρες σαν τον μοναδικό επιβάτη
        μιας βάρκας που τρίζει σε μια θυελλώδη θάλασσα

EL VIEJO ANTES DE DORMIR

El viejo antes de dormir cuenta a sus amigos y       
a menudo en la noche despierta asustado pensando que le falta otro                   
y hay mañanas en que realmente le falta otro          
y más encogido y más solo se siente            
y a persona o cosa que ve le dice adiós con los ojos                       
Allí en su silla atraviesa los días como el pasajero único de            
       una barca crujiente en un mar tempestuoso     

 MONTE ALBÁN

Εδώ έπεσε το φως.
Εδώ η λήθη έγινε πέτρα,
τέφρα και λάσπη,
οστό και κρανίο.
Εδώ ο αέρας έγινε πουλί,
η πτήση δέντρο,
η πείνα άνθρωπος,
η κοιλάδα φυγή
και το βουνό πράσινη βροχή.
Εδώ ο άνθρωπος επέστρεψε στον πηλό,
γύρισε στη σιωπή,
βυθίστηκε στη νύχτα.


MONTE ALBÁN


Aquí cayó la luz.
Aquí el olvido se hizo piedra,
ceniza y lodo,
hueso y cráneo.
Aquí el aire se hizo ave,
el vuelo árbol,
el hambre hombre,
el valle fuga
y el monte lluvia verde.
Aquí el hombre volvió al barro,
regreso al silencio,
se metió en la noche.


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ


Κατά τη διάρκεια ενός τελετουργικού, η Μαρία ντελ Κάρμεν Ρίος
Γκαρσία έβγαλε τα μάτια του γιου της Φερνάντο,
πέντε χρονών, για να σώσει τον κόσμο από
έναν καταστροφικό σεισμό.

Ήταν  την αυγή,
η μητέρα σήκωσε τον γιο,
και ανάμεσα σε παρακλήσεις και προσευχές
στον θεό των σεισμών,
του έμπηξε τα δάχτυλα στις κόγχες,
του έβγαλε τα μάτια για να τα «καθαρίσει»
κι έτσι να σώσει τον κόσμο από έναν μεγάλο σεισμό.

Άνοιξε την πόρτα της άθλιας κατοικίας,
που βρίσκεται στο λόφο της χαμένης πόλης,
και έριξε τον μικρό Οιδίποδα,
με το αίμα να ρέει από το πρόσωπό του,
για να βαδίσει στα τυφλά στους δρόμους της γης
ανακοινώνοντας το τέλος του κόσμου.


EL PEQUEÑO EDIPO


Durante un ritual, María del Carmen Ríos
García le sacó los ojos a su hijo Fernando,
de cinco años, para salvar al mundo de
un terremoto devastador.

Era de madrugada,                
la madre levantó al hijo,                   
y entre imploraciones y rezos                       
al dios de los temblores de tierra,                
le clavó los dedos en las cuencas,                 
le sacó los ojos para «limpiárselos»,             
y así salvar al mundo de un gran terremoto.                       
Abrió la puerta de la vivienda miserable,    
situada en el cerro de la ciudad perdida,                  
y echó al pequeño Edipo,                 
con sangre chorreándole por la cara,                      
para andar a tientas los caminos de la tierra
anunciando el fin del mundo.


ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ


Κανείς δεν το λέει, αλλά οι Μοίρες
δεν είναι τρεις αδελφές ντυμένες στα άσπρα,
αλλά υπάρχει μία για κάθε σώμα
και τις κουβαλάμε σαν σάλιο και αίμα.
Δεν της γέννησε το Έρεβος απ’ τη Νύχτα,
αλλά το επίμονο Λεπτό με τη Σκιά,
κι εκείνες μας γεννούν διαρκώς.
Εάν η μια γνέθει, η άλλη τυλίγει και η άλλη κόβει,
λιτές στα λόγια και στους τρόπους,
η μετριοπάθειά τους είναι απατηλή,
γιατί και οι τρεις επιτίθενται με ψαλίδια
στα πόδια και στο στήθος των ανθρώπων.
«Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις», ψιθυρίζουν οι στιγμές.


LAS PARCAS


Nadie lo dice, pero las Parcas                      
no son tres hermanas vestidas de blanco,
sino existe una para cada cuerpo                  
y las llevamos adentro como saliva y sangre.
No las parió el Erebo de la Noche,             
sino el Minuto terco con la Sombra,            
y ellas nos paren a nosotros todo el tiempo.           
Si una hila, otra devana y otra corta,            
parcas en palabras y en costumbres,            
su parquedad es engañosa,               
porque las tres atacan con tijeras                  
las piernas y el pecho de la gente.                
«Atropos, Cloto, Laquesis» susurran los instantes.  


ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ


Σε θυμάμαι να τρέχεις στο δρόμο,
τυλιγμένη σε αδιαφανές αδιάβροχο,
εγώ ντυμένος στα πράσινα και η μέρα Παρασκευή,
καλύπτοντας το κεφάλι σου με μια εφημερίδα
για να μην μας δει ο πατέρας σου.
Ήταν Νοέμβρης και ψιχάλιζε,
τα μαλλιά σου βρεγμένα πάνω στο αδιάβροχο
ήταν μια πεταλούδα που πέταγε.
Κέρματα έπεσαν από την ανοιχτή σου την τσάντα
που τα μάζεψε ένας ζητιάνος.
Ήμασταν στο μήνα του μέλιτος από δρόμο σε δρόμο,
χωρίς θρησκευτική ή πολιτική τελετή,
παντρεμένοι με το ιερό μυστήριο της αγάπης.
Τα βήματά μας βάραιναν στο έδαφος,
και τα παπούτσια πνιγμένα στο νερό
αγχωτική έκαναν τη φυγή μας.
Βρεγμένοι μπήκαμε στο μετρό,
σπρώχνοντας επιβιβαστήκαμε σ’ ένα βαγόνι,
και οι πόρτες στην πλάτη σου
δίπλωναν το αδιάβροχό σου σαν δύο φτερά.
Προσεκτικοί πήγαμε στο τρένο,
που μας οδήγησε στον δικό του κόσμο,
μακριά απ’ τη μέρα και μακριά απ’ τη νύχτα.
Τότε εγώ φίλησα τα χείλη σου με το άρωμα της βροχής.


TE RECUERDO CORRIENDO POR LA CALLE


Te recuerdo corriendo por la calle,
envuelta en un impermeable percudido,
yo vestido de verde y de día viernes,
tapándote la cabeza con un periódico
para que no nos viera tu padre.
Era noviembre y lloviznaba,
tu pelo empapado sobre el impermeable
era una mariposa que volaba.
De tu bolso abierto caían monedas
que recogía un mendigo.
Andábamos de luna de miel de calle en calle,
sin ceremonia civil ni religiosa,
casados por el santo sacramento del amor.
Nuestros pasos pesaban en el piso,
y los zapatos ahogados en el agua
hacían ansiosa nuestra fuga.
Mojados nos metimos en el metro,
a empujones abordamos un vagón,
y las puertas sobre tu espalda
plegaron como dos alas tu impermeable.
Mirándonos nos fuimos en el tren,
que nos llevó en su propio mundo,
lejos del día y lejos de la noche.
Yo besé tus labios con sabor a lluvia.