Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Rubén Darío - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)




Νικαραγουανή ποίηση (Poesía nicaragüense)    

 Rubén Darío  

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
(Traducción: Stelios Karayanis)

 Ο Φέλιξ Ρουμπέν Γκαρσία Σαρμιέντο (Félix Rubén García Sarmiento), γνωστός ως Ρουμπέν Νταρίο (1867-1916) ήταν Νικαραγουανός ποιητής που εγκαινίασε το λογοτεχνικό ρεύμα του μοντερνισμού (modernismo). Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους ισπανόφωνους ποιητές και είναι γνωστός με το προσωνύμιο «πρίγκιπας των ισπανικών γραμμάτων». Η επιρροή του στην ισπανόφωνη και ισπανική ποίηση υπήρξε καθοριστική. Ο Νερούδα και ο Λόρκα αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του και τις οφειλές τους στη μυθική μορφή τού ισπανόφωνου μοντερνισμού.
Από μικρός θεωρήθηκε παιδί-θαύμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι από τριών χρονών ήξερε να διαβάζει, ενώ δημοσίευσε το πρώτο του σονέτο στα δεκατρία. Τις πρώτες του λογοτεχνικές επιρροές αποτέλεσαν οι Ισπανοί ποιητές της εποχής (Χοσέ Θορρίγια, Ραμόν ντε Καμποαμόρ, Γκασπάρ Νούνιεθ ντε Άρθε) και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Σημαντικότατη υπήρξε και η επίδραση του Πολ Βερλαίν.

Félix Rubén García Sarmiento, conocido como Rubén Darío (1867-1916), fue un poeta, periodista y diplomático nicaragüense, máximo representante del modernismo literario en lengua española. Es, posiblemente, el poeta que ha tenido una mayor y más duradera influencia en la poesía del siglo XX en el ámbito hispánico. Es llamado príncipe de las letras castellanas.
Para la formación poética de Rubén Darío fue determinante la influencia de la poesía francesa. En primer lugar, los románticos, y muy especialmente Víctor Hugo. Εl propio Darío sintetiza sus principales influencias afirmando que fue "con Hugo fuerte y con Verlaine ambiguo".

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

6 ΟΛΛΑΝΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 DUTCH POETS - 6 POEMS)



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ
TRANSLATION: STAVROS GIRGENIS

[Η ελληνική μετάφραση στηρίζεται στην αγγλική απόδοση του Cliff Crego]


1.GERRIT ACHTERBERG (1905-1962)

SONG TO DEATH

That I may perish,
death, make me sweet;
I am a body without name,
take it, when you must;
the one who has gone before me,
possesses my blood

Death, make that the earth is good,
where she lies;
give us the same kind of weight,
so that I might be pardoned,
and with her matter in equipoise
when rising;
we were together but one poem,
do it because of this delusion,
do it with eyes closed.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Για να χαθώ, Θάνατε,
κάνε με να είμαι γλυκός.
Είμαι ένα σώμα δίχως όνομα-
πάρε το, όταν πρέπει.
Εκείνη που χάθηκε πριν από μένα
κατέχει το αίμα μου.

Θάνατε, κάνε να είναι καλή η γη
όπου κείτεται.
Τo ίδιo δώσε μας βάρος-
να εξιλεωθώ-
και με την ύλη της αντίβαρο
κατά την έγερση.
Μαζί δεν ήμασταν παρά ένα ποίημα.
Κάνε το γι’ αυτή την ψευδαίσθηση.
Κάνε το με τα μάτια κλειστά. 

2.JAN HANLO (1912-1969)

SO I BELIEVE THAT ALSO YOU ARE

like the coolness of night upon lilies and roses
like white coral and pearls deep in the sea
like something beautiful peacefully hides
yet is radiant when I wish to look
so I believe that also you are
like milk
like loam
and the pale red of faded stones
or porcelain
like the way that what is far is close
and is long forgotten before it's old
like a wax candle and a skylight
and an old book and a smile
and what is unexpected and soft in the beginning
and what is shy and full of longing and generously
bestows but is fragile
so I believe that also you are

ΈΤΣΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΠΙΣΗΣ

σαν τη δροσιά της νύχτας πάνω στα κρίνα και τα τριαντάφυλλα,
ωσάν λευκό κοράλλι και μαργαριτάρια βαθιά μέσα στη θάλασσα,
σαν κάτι όμορφο που κρύβεται ειρηνικά,
μα είναι ακτινοβόλο, όταν ποθώ να το κοιτάξω,
έτσι πιστεύω ότι είσαι επίσης
σαν το γάλα
σαν πηλός
και το χλωμό το κόκκινο ξεθωριασμένων λίθων
ή πορσελάνης,
με τον τρόπο που ό,τι απέχει πολύ είναι κοντά
και έχει ξεχαστεί καιρό προτού γεράσει,
σαν ένα κερί και ένα φεγγίτη
κι ένα παλιό βιβλίο κι ένα χαμόγελο,
σαν κάτι που στην αρχή είναι απροσδόκητο και μαλακό
σαν κάτι που είναι ντροπαλό κι όλο λαχτάρα και γενναιόδωρα
παραχωρεί, αλλά είναι εύθραυστο
έτσι πιστεύω ότι είσαι επίσης...

3. ED. HOORNIK (1910-1970)

TO LOVE A WOMAN...

To love a woman is to escape death,
to be torn away from this earthly existence,
like flashes of lightning in each other's souls,
to lay together, listening and dreaming,

to gently rock with trees at night,
kiss each other and have at each other,
in a blink of the eye to stand together in hardship,
to go under and come back up amazed.

"Asleep already?" I ask, but she doesn't answer;
speechless, we lie thinking about each other:
two souls filled to the brim with sadness.

Far away is the world, that cannot touch us,
close are the stars, that enchant as they sparkle.
It is as if I am dead and have left her behind.

ΤΟ Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ...

Το ν’ αγαπάς μια γυναίκα είναι να ξεφεύγεις από το θάνατο,
ν’ αποσπάσαι από τούτη τη γήινη ύπαρξη-
σαν λάμψεις κεραυνών ο ένας μες στην ψυχή του άλλου,
να είστε ξαπλωμένοι μαζί, να ακούτε και να ονειρεύεστε,

να λικνίζεστε απαλά με τα δέντρα τη νύχτα,
να φιλάτε ο ένας τον άλλον και να ορμάτε ο ένας στον άλλο,
σ’ ένα βλεφάρισμα του ματιού να στέκεστε ο ένας πλάι στον άλλο στις δυσκολίες,
να πέφτετε και ν’ ανασηκώνεστε έκπληκτοι.

«Κοιμάσαι ήδη;» ρωτώ, αλλά δεν απαντά.
Άφωνοι, ξαπλωμένοι σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον:
δυο ψυχές γεμάτες ως το χείλος με θλίψη.

Μακριά είναι ο κόσμος, που δεν μπορεί να μας αγγίξει,
κοντά είναι τ’ αστέρια, που γητεύουν στη λάμψη τους.
Είναι σαν να ’μαι νεκρός και να την έχω πίσω αφήσει.

4.H. MARSMAN (1899-1940)

LEX BARBARORUM

Give me a knife.
I want to cut this sick black
spot out of my body.

I have slowly turned myself upright.

I have heard, what I have said
in a hesitating, dark trembling:
I recognise but one law:
life.

all who waste away with sadness
betray it and I don't want that.

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Δώσε μου ένα μαχαίρι.
Θέλω να αποκόψω αυτό το άρρωστο μαύρο
σημάδι απ' το σώμα μου.

Έχω σηκώσει αργά όρθιο τον εαυτό μου.

Έχω ακούσει αυτό που είπα
μ’ ένα διστακτικό σκοτεινό τρέμουλο:
δεν αναγνωρίζω παρά μόνο έναν νόμο,
τη ζωή.

Όλοι όσοι αναλώνονται με τη θλίψη
την προδίδουν και δεν το θέλω.


5.POL DE MONT (1857-1931)

THE BREAKER OF STONES

With a sack on the bent-over back, clothes
frayed, torn, neither beard nor hair combed,
stands, next to a pile of stones, in the burning sun,
an old man. With rigid hands he swings
the iron hammer, that with a thud
rebounds from the block of rock, splinters crackling
as they scatter. With his shirt sleeve the hoary man
wipes the sweat that on his forehead gleams,
and slaves away, blow upon dull blow,
crushing the rough boulders, shard by shard.
And with each swing of the hands is heard
a hoarse sound, —the rattling of one who is dying,—
out of an old throat, by no drink refreshed....

Higher, up in the mountains, above people and cliffs,
yellow slashed and ripe, the winegrape on its stake.

Ο ΛΑΤΟΜΟΣ

Μ’ έναν σάκο στη σκυμμένη του πλάτη, ρούχα
σχισμένα, διαλυμένα, με αχτένιστα γένια και μαλλιά,
στέκει, δίπλα σ’ έναν σωρό από πέτρες, στον φλεγόμενο ήλιο,
ένας γέρος. Με χέρια σκληρά ταλαντεύει
το σιδερένιο σφυρί που με γδούπο
αναπηδά από τη μάζα του βράχου -θραύσματα κροτούν
καθώς διασκορπίζονται. Με το μανίκι του πουκαμίσου του ο ηλικιωμένος
σκουπίζει τον ιδρώτα που λαμπυρίζει στο μέτωπό του
και μοχθεί, χτύπημα πάνω στο πνιχτό χτύπημα,
συντρίβοντας τους άγριους βράχους, τεμάχιο με τεμάχιο.
Και με κάθε ταλάντωση του χεριού του ακούγεται
ένας ήχος τραχύς -ο ρόγχος κάποιου που πεθαίνει-
από έναν γέρικο λαιμό που δεν αναζωογονήθηκε από κάποιο ποτό.

Ψηλότερα, πάνω στα βουνά, πάνω από ανθρώπους και γκρεμούς,
κίτρινο, σχισμένο και ώριμο, το αμπέλι πάνω στη βέργα του.

6.IDA GERHARDT  (1905-1997)

THE DEATH NOTICE

Slowly I see them go,
those that I had still with me,
around the turn of the path.
A bit of gold translucent cloth,
then the garden becomes
more quiet than it was before.
Most dearly beloveds. -One by one.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τους βλέπω αργά να φεύγουν,
αυτούς που ακόμη είχα μαζί μου,
κοντά στου μονοπατιού το γύρισμα.
Ένα τεμάχιο από χρυσό διάφανο ένδυμα,
κατόπιν ο κήπος γίνεται
πιο ήσυχος από ό,τι ήταν πριν.
Οι πλέον πολυαγαπημένοι. -Ένας-ένας.

Μάνος Μιχαηλίδης -7 ποιήματα



Ο Μάνος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε μάρκετινγκ. Ποιήματά του απέσπασαν διακρίσεις από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) και τον Ιωνικό Σύνδεσμο. Συμμετέχει στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έργα του:
Καμιά διαταγή (ιδιωτική έκδοση - 2006)
Είδα μέρα μόνο με πλήθος (Γαβριηλίδης - 2012)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ

ένα παγάκι που λιώνει στον ήλιο
το τίναγμα του κεφαλιού πίσω
το μέταλλο μέσα στο πόδι σου
μια λαβή
τα μυστικά του ημερολογίου
ασπρόμαυρα πλακάκια τοποθετημένα εναλλάξ
μια μπάλα από αλουμινόχαρτο που την κλωτσάω
ο πλανήτης με τους δύο ήλιους
πεταλούδες που ψάχνουν φλέβες να καθίσουν
μηρυκαστικό γεννητικών οργάνων
μια εξέταση που πας μισοδιαβασμένος

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνος Μπούρας -7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ


Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 33 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Είναι δάσκαλος τού ρέικι και εισηγητής μιας καινούργιας μεθόδου αρχαιολογικού ρέικι με τίτλο «Αφθονία Μπουρέικ - Bhureik Abundance» (κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Momentum).

Τα επτά ποιήματα τού Κωνσταντίνου Μπούρα που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στον τόμο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γρηγόρη με τίτλο ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ.

Ἀποτροπαϊκὸν

Ὁμοιώματα κορακιῶν στὸ μπαλκόνι
Ἀποδιώχνουν τὰ περιστέρια.
Μὰ πῶς μποροῦν νὰ ζοῦν οἱ γειτόνοι
Μέσα σὲ τόση μαυρίλα;

Θλίψη

Ἡ θλίψη εἶναι δύναμη,
Ἕνα ἐλατήριο ποὺ γυρίζει
Τὰ μέσα-ἔξω.
Ὅπως καὶ πάνω ἔτσι καὶ κάτω.
Συννεφιὰ σήμερα.
Ὁ δίδυμος γιὸς
Κι ἀδελφὸς τοῦ Οἰδίποδα
Λυσσομανάει κατὰ τοῦ ὁμογάλακτου…
Τὴν Ἰοκάστη κανεὶς δὲν τὴν προσβάλλει.
Εἶναι ἡ Γῆ, ἕρμαιο
Στὶς ἰδιοτροπίες τ’ Οὐρανοῦ.
Ξέρει μόνο νὰ ὑπομένει.
Κι ὅταν δὲν μπορεῖ πιά,
Φεύγει
Αὐτὸ εἶν’ ὅλο. Τόσο ἁπλό.
Ἀναχώρηση.
Γιὰ ἄλλους Μεσημβρινούς.
Μὲ τὴ θλίψη γιὰ σημαία.
Καὶ τὸ φῶς μουντὸ
Μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
Τὴν ἀρρώστεια τῆς ὕπαρξης, πῶς νὰ τὴ γιατρέψεις;
Μὲ ὀρτανσίες καὶ βεγγαλικὰ
Αὐγὰ δὲν βάφονται

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

ANTONIO CARVAJAL-7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (7 POEMAS)



ANTONIO CARVAJAL

(Albolote, 1943)

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
(Traducción: Stavros Guirguenis)

Doctor en Filología Románica. Profesor Titularde Métrica (Área de Teoría de la Literatura y Literatura Comparada) en la Universidad de Granada. Premio Nacional de la Crítica por Testimonio de invierno (1990), Medalla de Honor de la Fundación Rodríguez-Acosta y Medalla al Mérito de la Ciudad de Granada.Traducido a diversos idiomas, destacan la selección en neerlandés por Marc Galle; la traducción al inglés de Testimonio de invierno y de Alma región luciente por José Luis Vázquez Marruecos y la versión portuguesa de El deseo es un agua, en edición de arte con serigrafías de Antonio Jiménez (António Prates, Lisboa). Es miembro correspondiente de la Academia de Artes y Letras de San Telmo (Málaga) y miembro honorario de la Academia Castellano-Leonesa de la Lengua.

Ο Αντόνιο Καρμπαχάλ είναι διδάκτωρ της Λατινικής Λογοτεχνίας, καθηγητής ομότιμος της μετρικής του πανεπιστημίου της Γρανάδα και ένας από τους πιο φημισμένους ανδαλουσιανούς ποιητές. Από το 1968 έως σήμερα δημοσίευσε πάνω από είκοσι βιβλία ποίησης και λογοτεχνίας. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο για το έργο του το 1990 και στη συνέχεια με μια σειρά άλλα βραβεία. Είναι μέλος διαφόρων ακαδημιών γραμμάτων στην Ισπανία και τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Για το έργο του έχουν γραφτεί μελέτες και διδακτορικές διατριβές.


VÍSPERAS

Amanece la luna.

Manantiales secretos,
absortos, se desnudan;
nada un sauce en su seno;
un ruiseñor escucha
entre plumón de ensueños
latidos de penumbras.

Acaricia la noche,
nimbada por los nidos,
gráciles, pulcras torres;
esbelto va el rocío,
lamido por las flores,
esparciendo suspiros,
silbos, susurros, voces...

¡Oh noche exacta, púdica,
recta, escueta, salobre!
Tiene el sueño sus lunas
idílicas en cálices
zapados por un ángel.

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Το φεγγάρι ανατέλλει.

Μυστικές πηγές,
απορροφημένες, γδύνονται∙
μια ιτιά πλέει στον κόλπο τους∙
ένα αηδόνι ακούει
ανάμεσα σε πούπουλα από όνειρα
παλμούς από σκιές.

Θωπεύει η νύχτα,
στεφανωμένη απ’ τις φωλιές,
ευαίσθητους, εύτακτους πύργους∙
η δροσιά βαίνει λεπτή,
γλειμμένη απ’ τα λουλούδια,
σκορπίζοντας ανάσες,
συριγμούς, ψίθυρους, φωνές ...

Ω νύχτα ακριβής, σεμνή,
ευθεία, λιτή, γλυφή!
Ο ύπνος κρατά τα φεγγάρια σου
ειδυλλιακά σε κύλικες
σμιλεμένες από έναν άγγελο.

IMAGEN DE LA LUZ

     (Elena Martín Vivaldi)

Era tu nombre un juego de silencios
Lentos entre el fragor de la marea.
Era un suspiro que bajaba acaso,
Nimbo de llanto, desde alguna estrella.
A veces en el aire flota el vago
Meloso trasminar de la canela,
Absorta melodía de otras olas
Remisas a las voces de la pena.
Toda la tarde se encerró en tus labios,
Íntima de tristeza.
Nadie pudo ocultarse a los barqueros
Vigilantes y nadie se rebela,
Ignorante del tiempo, ante los duros
Vendedores del sueño y la moneda.
Acaso tú pudiste en tu sollozo
Liberar una estrofa en la madera,
Dulces oboes de otras tardes limpias,
Imagen limpia de la luz serena.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

     (Elena Martín Vivaldi)

Το όνομά σου ήταν ένα παιχνίδι σιωπών
αργών στο θόρυβο της παλίρροιας,.
ήταν ένας στεναγμός που ίσως κατέβηκε-
άλως του κλάματος- από κάποιο αστέρι.
Κάποτε στον αέρα αιωρείται το αόριστο,
γλυκύ πέρασμα της κανέλας,
απορροφημένη μελωδία άλλων κυμάτων
αδιάφορων στις φωνές του πόνου.
Ολόκληρο το απόγευμα κλείστηκε στα χείλη σου,
οικείο στη θλίψη
Κανείς δεν μπόρεσε να κρυφτεί απ’ τους βαρκάρηδες
τους άγρυπνους και κανείς δεν επαναστάτησε,
ανίδεος από χρόνο, ενώπιον των σκληρών
πωλητών του ονείρου και του χρήματος.
Ίσως εσύ θα μπορούσες στους λυγμούς σου
να απελευθερώσεις μια στροφή στο δάσος,
γλυκά όμποε από άλλα καθαρά απογεύματα,
εικόνα καθαρή του γαλήνιου φωτός.

DEL LADO DE LA VIDA

I

                            Se conoce la piedra
por su reposo duro
y su mudez; al ave
porque vuela y que trina;
al pez por su naufragio
sin muerte, y a los árboles
por su esbeltez indemne
en brazos de la brisa.
Nos basta su apariencia,
su aparición, su aroma:
éste es el cuarzo y éste
el jazmín que trasmina.
Pero el hombre es más duro,
más rápido, más náufrago,
más luchador de sombras,
más gozador de vida.
De todo cuanto existe
o no existe, florece
o acaba o continúa,
el hombre es la medida.
¿Cómo reconocerlo?
¿Qué luz perenne y cierta
por una voz o un gesto
diera su imagen fija?
Se reconoce el hombre
por su muerte: Este hombre
ha caído en la muerte
del lado de la vida.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ι

Η πέτρα είναι γνωστή
για τη σκληρή της ανάπαυση
και τη σιωπή της∙ στο πουλί
γιατί πετά και τιτιβίζει∙
στα ψάρια για το ναυάγιό της
χωρίς θάνατο, και στα δέντρα
για τη λεπτότητά της, την ακέραιη
στα χέρια της αύρας.
Μας αρκεί η εμφάνισή της,
το φάσμα της, το άρωμά της:
αυτός είναι ο χαλαζίας και αυτό
το γιασεμί που ευωδιάζει.
Αλλά ο άνθρωπος είναι πιο σκληρός,
πιο γρήγορος, πιο ναυαγισμένος,
μεγαλύτερος μαχητής των σκιών,
απολαμβάνει πιότερο τη ζωή.
Για όλο εκείνο που υπάρχει
ή δεν υπάρχει, ανθίζει
ή τελειώνει ή συνεχίζει,
ο άνθρωπος είναι το μέτρο.
Πώς να τον αναγνωρίσεις;
Ποιο αέναο φως και βέβαιο
με μια φωνή ή μια χειρονομία
θα έδινε τη σταθερή του εικόνα;
Ο άνθρωπος αναγνωρίζεται
για το θάνατό του: αυτός ο άνθρωπος
έχει πέσει στο θάνατο
από την πλευρά της ζωής.

CALISTO

Para asociarse al bando
de la invisible tierra, pero humana.

                   Frágil la escala. Más frágil
que el rayo de la luz en tu ventana.
Hace un instante azor, amante, ágil.
Ya mi sien se desgrana.

De tanto amor, la muerte. ¿Qué más queda?

                   El pie, la pierna, el muslo, el tronco, el cuello,
el pelo, la mirada: Era tan bello
que la sombra que al pecho se me enreda
me hace gemir de mí.
  ¡Fui tan esquivo...!

                   Partí de ti atrevido, y ya no vivo.
Desdeñé tus abrazos, Melibea,
y fue la única sangre en la pelea
mi sangre.
                 Ya soy tierra, ya soy nada
si ser nada es ser tierra.
 …tan callada
la fronda de tu huerto...

«¡Qué bien así, despierto
casi, libre y tendido
como para morir!»
  Y ya, bien muerto,
¡qué frío, Melibea, y cuánto cielo!

                   Pero en cielo tan grande no ha cabido
nuestro excesivo vuelo.

ΚΑΛΛΙΣΤΩ

Για να συνδεθείς με την πλευρά
της αόρατης , πλην ανθρώπινης, γης.

Εύθραυστη η κλίμακα. Περισσότερο εύθραυστη
από ό,τι η ακτίνα του φωτός στο παράθυρό σου.
Μια στιγμή πριν γεράκι, εραστής, ευκίνητος.
Πια ο κρόταφός μου αποφλοιώνεται.

Από τόση αγάπη, ο θάνατος. Τι άλλο απομένει;

                    Το πέλμα, το πόδι, ο μηρός, ο κορμός, ο λαιμός,
τα μαλλιά, το βλέμμα: ήμουν τόσο ωραίος
που η σκιά η οποία συμπλέκεται στο στέρνο μου
με κάνει να στενάζω για μένα.
   Ήμουν τόσο φευγαλέος ...!

Χώρισα από σένα τολμηρός και δε ζω πλέον.
Περιφρόνησα τις αγκάλες σου, Μελίβοια,
και ήταν το μόνο αίμα στον αγώνα
το αίμα μου.
                  Είμαι ήδη γη, ήδη δεν είμαι τίποτα
αν το να είσαι τίποτα είναι να είσαι γη.
  ...τόση σιωπή
το φύλλωμα του κήπου σου...

«Πόσο ωραία είναι έτσι, ξύπνιος
σχεδόν, ελεύθερος και ξαπλωμένος
ωσάν για το θάνατο!»
   Και πια, τελείως νεκρός-
πόσο κρύο, Μελίβοια, και πόσος ουρανός!

                    Κι όμως σ’ έναν τόσο μεγάλο ουρανό δε χώρεσε
η υπερβολική μας πτήση.

IDILIO

Dicen todos: Ellos son,
ellos cantan, ellos miran
la aurora de las acequias,
el ruiseñor que origina
tristezas de amor, extrañas
y suaves melancolías.
¡Cuánta flor han deshojado,
cuánta mirada cautiva,
cuánto encaje de hilo limpio,
cuánto beso sobre el día
que como un pozo de brasas
se enciende y los aniquila!

...no son ellos; ya no son
más que tórtola en la encina,
más que el agua del venero,
más que la flor de alegría,
más que una vara de nardos
llameante a maravilla,
el torso bello y desnudo,
la boca que les destila
ámbares, rosas, jazmines
y una palabra no dicha,
palabra sola que son,
amor, amor... Y la brisa
los lleva, blancos y puros,
los lleva a las altas cimas,
los lleva a las luces ebrias,
hacia las estrellas fijas...


ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Όλοι λένε: αυτοί είναι,
αυτοί τραγουδούν, αυτοί βλέπουν
την αυγή των τάφρων,
το αηδόνι που γεννά
θλίψεις αγάπης, παράξενες
και γλυκές μελαγχολίες.
Πόσα λουλούδια έχουν απογυμνωθεί,
πόση αιχμάλωτη ματιά,
πόση δαντέλα από καθαρό νήμα,
πόσο φιλί για τη μέρα
που σαν ένα λάκκος με κάρβουνα
ανάβει και τους εξολοθρεύει!

... δεν είναι αυτοί∙ δεν είναι πια
περισσότερο από τρυγόνι στη βελανιδιά,
περισσότερο από το νερό της πηγής,
περισσότερο από το λουλούδι της χαράς,
περισσότερο από ένα κλαδί νάρδου
φλεγόμενο ως θαύμα,
ο όμορφος και γυμνός κορμός,
το στόμα που τα αποστάζει,
κεχριμπάρια, ρόδα, γιασεμιά,
και μια άφατη λέξη,
μεμονωμένη λέξη που είναι,
αγάπη, αγάπη ... Και το αεράκι
τους μεταφέρει, λευκούς και καθαρούς,
τους παίρνει στις ψηλές κορφές,
τους παίρνει στα μεθυσμένα φώτα,
προς τακίνητα αστέρια ...

DE MIS CENIZAS NACERÁN MEMORIAS

Frente al mar que, todo brazos
deja al cielo sin aristas
y lo recoge en su seno
como un marcollo de prímulas,
árbol será mi memoria
nacido de mis cenizas.

Junto al río que, garganta
de parábolas y prismas,
dispara la luz menuda
de su blanda artillería,
árbol será mi memoria
nacido de mis cenizas.

Dentro de ti que, amor vivo,
me has hecho granada herida,
paráfrasis del arroyo,
jardín, celaje y marina,
árbol será mi memoria
nacido de mis cenizas.

Fuera de mí, ya tan tuyo
-¡oh, qué rombo de alegría!-,
tendré alondras y jilgueros
y una rosa sin espinas
y árbol será mi memoria
nacido de mis cenizas.



ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ ΜΟΥ ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΝ ΜΝΗΜΕΣ

Μπροστά στη θάλασσα που, όλο χέρια
αφήνει τον ουρανό δίχως άκρα
και τον μαζεύει στο στήθος της
σαν μια δέσμη από πρίμουλες,
δέντρο θα είναι η μνήμη μου
γεννημένο απ’ τις στάχτες μου.

Δίπλα στον ποταμό που, λαιμός
παραβολών και πρισμάτων,
βάλλει το μικρό φως
του απαλού πυροβόλου του,
δέντρο θα είναι η μνήμη μου
γεννημένο απ’ τις στάχτες μου.

 Εντός σου που, ζώσα αγάπη,
με έχεις κάνει ροδιά πληγωμένη,
παράφραση του ρέματος,
περιβόλι, τοπίο ουράνιο και θαλάσσιο,
δέντρο θα είναι η μνήμη μου
γεννημένο απ’ τις στάχτες μου.

Έξω από μένα, ήδη τόσο δικός σου
-ω, τι διαμάντι χαράς! -,
θα κρατώ κορυδαλλούς και καρδερίνες
και ένα ρόδο χωρίς αγκάθια
και δέντρο θα είναι η μνήμη μου
γεννημένο απ’ τις στάχτες μου.

PÁJARO DE LA SOMBRA

Huele el silencio a nube
o a inminente venero de metales
prohibidos. Lento, sube
un vaho de cristales,
una concha sin luz. ¿De dónde sales,
casi con languidez
de mano rota o que, recién cortada,
procuras una vez
y otra vez mi morada
perturbar, con tu golpe en la sellada
puerta?
                  Hieden a llanto
nocturno las tristísimas maderas
de la ventana. Cuánto
de esperanza y de esperas,
de malas noches y bienagoreras
veladas, insinúan.
Cuánto de sed. Y de sigilo, apenas.
Mas tus alas actúan
contra sus duras venas,
hieres su carne, su silencio drenas
con odio, si terrible
por aniquilador, grave de brumas,
y el aire, inasequible
entre tus duras plumas,
es arma de desolación. Consumas
tu homicidio salvaje
con la humedad silente del espejo
y, funeral paisaje
de lágrimas, «os dejo
-nos pareces decir-, para que viejo
de vuestra vida acabe
de morir, el recuerdo».
                                       ¡Ten clemencia,
férrea guadaña, ave
de furor!
                    Con ausencia
pétrea de corazón y complacencia
de nuestro mal, te ríes.
Te ríes, constelados los costados
de pardos alhelíes
que pregonan, cansados
de tristeza y aroma, los frustrados
anhélitos. Y huele
a reventadas nubes y a marchitas
mejillas. ¡Cómo duele
la sangre en infinitas
ansias de pervivir! Y tú le quitas
toda luz, toda aurora,
pájaro de la sombra, boca impura
que la postrera hora
nos anuncias, con dura
resolución de viento y sepultura.

ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

Μύρισε η σιωπή στο σύννεφο
και στην επικείμενη φλέβα μετάλλων
απαγορευμένων. Αργά υψώνεται
ένας ατμός κρυστάλλων,
ένα κοχύλι δίχως φως. Από πού έρχεσαι,
σχεδόν με ατονία
χεριού σπασμένου ή το οποίο, πρόσφατα κομμένο,
προσπαθείς κάθε τόσο
να μου διαταράξει την οικία,
με το χτύπημά σου στη σφραγισμένη
πόρτα;
Μυρίζουν στο νυχτερινό
θρήνο τα πολύ θλιμμένα ξύλα  
του παραθύρου. Πόση
ελπίδα και πόσες προσδοκίες,
νύχτες κακές και ευοίωνες
βραδιές υπονοούνται.
Πόση δίψα. Και ελάχιστη μυστικότητα.
Αλλά τα φτερά σου ενεργούν
ενάντια στις σκληρές φλέβες σου,
τραυματίζεις τη σάρκα σου, στραγγίζεις τη σιωπή σου
με μίσος, τόσο φοβερό
ως εξολοθρευτής, βαρύ από ομίχλες,
και ο αέρας, δυσεύρετος
ανάμεσα στα σκληρά σου φτερά,
είναι όπλο καταστροφής. Καταναλώνεις
τον άγριο φόνο σου
με την σιωπηλή υγρότητα του καθρέφτη
και το ταφικό τοπίο
των δακρύων. «Σας αφήνω
-μας φαίνεσαι να λες- ώστε το παλιό
της ζωή σας να καταλήξει
στο θάνατο, η μνήμη».
Δείξε έλεος,
σιδερένιο δρεπάνι, πουλί
της οργής!
Με πέτρινη απουσία
καρδιάς και αυταρέσκεια
για τη συμφορά μας, γελάς.
Γελάς, ενώ συναθροίζονται οι πλευρές
από τις παρδαλές βιολέτες
που διαλαλούν, κουρασμένες
από θλίψη και άρωμα, τις απελπισμένες
ανάσες.
Και μυρίζει
στα διαλυμένα σύννεφα και στις εξουθενωμένες
παρειές. Πόσο πονάει
το αίμα σε απεριόριστη
αγωνία για επιβίωση! Κι εσύ εγκαταλείπεις
όλο το φως, όλη την αυγή,
πουλί της σκιάς, στόμα ακάθαρτο
που την έσχατη ώρα
μάς αναγγέλλεις, με σκληρή
αποφασιστικότητα ανέμου και μνήματος.